Επειδή η ωσμωτική πίεση είναι προσθετική ιδιότητα, αν σε ένα διάλυμα περιέχονται περισσότερες από μία διαλυ-μένες ουσίες, η τιμή της υπολογίζεται από τη σχέση:


Συγκρίνοντας την τιμή της ωσμωτικής πίεσης για δύο ή περισσότερα διαλύματα, χαρακτηρίζουμε τα διαλύματα ως υποτονικά, υπερτονικά ή ισότονα (ισοτονικά).

▪Υποτονικό χαρακτηρίζεται το διάλυμα με τη μικρότε-ρη τιμή ωσμωτικής πίεσης.
▪Υπερτονικό χαρακτηρίζεται το διάλυμα με τη μεγα-λύτερη τιμή ωσμωτικής πίεσης.
▪Ισοτονικά χαρακτηρίζονται τα διαλύματα που έχουν την ίδια τιμή ωσμωτικής πίεσης.

Η ώσμωση πραγματοποιείται από το υποτονικό προς το υπερτονικό διάλυμα.
Στο εργαστήριο η μέτρηση της ωσμωτικής πίεσης χρησι-μοποιείται για τον προσδιορισμό της σχετικής μοριακής μάζας μεγαλομοριακών ενώσεων, όπως είναι οι πρωτεΐ-νες και τα νουκλεϊνικά οξέα.

Ωσμωμετρία ονομάζεται η μέθοδος προσδιορισμού της σχετικής μοριακής μάζας (Mr) με βάση τον πειρα-ματικό προσδιορισμό της ωσμωτικής πίεσης.

Aντίστροφη ώσμωση
Αν ο διαλύτης διαχωρίζεται με κατάλληλη ημιπερατή μεμ-βράνη από το διάλυμα και ασκηθεί στο διάλυμα εξωτε-ρική πίεση μεγαλύτερη από την ωσμωτική πίεση του δια-λύματος, τότε ο διαλύτης διαπερνά την ημιπερατή μεμ-βράνη και μετακινείται από το διάλυμα στον διαλύτη.
Η αντίστροφη ώσμωση γίνεται με δαπάνη ενέργειας.